Τρίτη 22 Απριλίου 2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΕΝΟΥΝΟΥ

Καρτερία 
Την ώρα που το βλέμμα του ήλιου μού έγνεφε αντίο, 
Εγώ στεκόμουν ξαπλωμένη σε στρώμα από σύννεφα 
και χάιδευα τις τελευταίες φωτεινές ακτίνες του δειλινού που έμελλε να έρθει·
Ανήμπορη κάθε σκέψη να με τυραννίσει
Ταξίδευα στο πλάτος του ορίζοντα·
Είχα μια ζεστή καρδιά από αγάπη
Μα κρύο σώμα απ’ τη λησμονιά.

Αντίκρισα το πάθος των αστεριών εκεί ψηλά
Και έμεινα αόρατη, σε μια θάλασσα μαβιά

Κουράστηκα να περιμένω την αυγή, σκέφτηκα
Μα δίχως εκείνη ο χρόνος δεν περνά
Κι έμεινα καταδικασμένη στη βροχή του έρωτα
Να περιμένω …
Να περιμένω …

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

Σάπια πόλη 

Λίγο πιο κάτω απ' την Ομόνοια 
στήνουν σουλάτσο τα πρεζόνια 
χαφιέδες, έμποροι κι αλήτες 
της σάπιας πόλης οι λεχρίτες. 

Κανείς δε βγαίνει στα μπαλκόνια 
κι ούτε απλώνουνε σεντόνια 
τραβέστες και σεκιουριτάδες 
της σάπιας πόλης οι νταβάδες. 

Κι εγώ στημένος στη γωνία 
ρουφώ το θειάφι με μανία 
κρότο παράγουν εξατμίσεις 
πουτάνες γύρω αν ζητήσεις 
λίγο πιο κάτω απ' την Ομόνοια 
σε μαύρο όνειρο θα ζήσεις... 

Τι κι αν γρυλίζουν τα τριζόνια 
τους έχουν κάνει όλους πιόνια 
θαμμένοι μέσα στη μιζέρια 
ποιος απ' αυτούς κοιτά τ' αστέρια 

Και τα παιδιά απ' την Ομόνοια 
μαζί με τ' άλλα τα κλεφτρόνια 
πουλάνε όνειρα τη νύχτα 
και το πρωί τους λένε, ρίχτα! 


Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Πρόγνωση Καιρού



Η ομπρέλα 

 Άνοιξε την ομπρέλα, βιαστικά.
Δεν έβρεχε.
Κάποιοι τον είπανε τρελό,
άλλοι προσπέρασαν απλά,
άλλοι τον κοίταξαν έντονα.
Κανείς δε φαίνεται πως ένιωσε  
τον κατακλυσμό που πνίγει
την καρδιά του.


Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Κώστας Ριτσώνης

Το τσιγάρο 

                    Ι 
Το τσιγάρο βγαίνει μακρουλό απ' το κουτί 
και καταλήγει γόπα στο τασάκι 
σα μια ζωή που τελειώνει στον τάφο 
αφού τα όνειρά της έγιναν καπνός. 

                   ΙΙ 
Η φωτιά του τσιγάρου 
φωτίζει το σκοτάδι 
της μαύρης μοναξιάς του καπνιστή. 

                 ΙΙΙ 
Η γεύση του τσιγάρου 
κάνει το φιλί πιο κολασμένο. 

                 ΙV 
Κοπέλες όμορφες ποζάρουν στις διαφημίσεις 
μ' ένα πακέτο στο χέρι. 
Ο έρωτάς τους αρχίζει του κουτιού: 
χρυσόχαρτα, τσιγαρόχαρτα 
σαν πολυτελή εσώρουχα· 
μάρκες: Rex, Pallas 
σαν πολυτελή ξενοδοχεία- 

και ύστερα η πίκρα στο λαιμό. 

Από την ποιητική συλλογή: "Ο ανάπηρος λαχειοπώλης" 





Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΡΑΦΥΛΛΗ

Στην ουρά 

Με νούμερο εκατόν πενήντα τρία 
στημένη στην ουρά της εφορίας 
μετράω 
άλλες εκατόν πενήντα τρεις 
στυμμένες λεμονόκουπες. 
Κάποιες 
με στωική αξιοπρέπεια 
δηλώνουν έτοιμες 
για μιαν ακόμα συνεδρία με τον Προκρούστη. 
Οι πιο πολλές 
με αφυδατωμένη την ελπίδα 
προσδοκούν να βγουν γιώτα πέντε. 
Μαζί τους κι εγώ. 

Από την ποιητική συλλογή "Γρήγορα στις οθόνες σας" 



Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

ΣΕΒΑΣΤΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ

Απαντήσεις

-Ποιος είναι ντουβάρι;
-Οι αποφάσεις έχουν παρθεί.

-Ποιος θα πάρει τα κλειδιά;
-Οι αποφάσεις έχουν παρθεί.

                              -Ποιος είναι αδερφός μου;
                              -Οι αποφάσεις έχουν παρθεί.

-Ποιος θα κάτσει στα δεξιά μου;
-Οι αποφάσεις έχουν παρθεί.

-Ποιος φίλος; Ποιος εχθρός;
-Οι αποφάσεις έχουν παρθεί.

Όχι από μένα 
από τους άλλους.
                                           


Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Αφιερωμένο στον Γιώργη Διαβάτη
που εκτελέστηκε στις 23-2-1949 στην Κέρκυρα.
Ο Γ. Διαβάτης γεννήθηκε στην Δεσφίνα Φωκίδας το 1917
μια ανάσα από το φως των Δελφών, ήταν πολύ μεγάλος 
κι ανδρειωμένος αγωνιστής που δεν λογάριαζε ούτε τον θάνατο, πρώτα απ’ όλα έβαζε την ελευθερία του ανθρώπου από τους ζυγούς και την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς κατακτητές, αυτό το απέδειξε με το να μην υπογράψει το κυβερνητικό χαρτί μετάνοιας που θα του έσωζε τη ζωή αλλά προτίμησε την εκτέλεση παρά να προδώσει τις ιδέες του!
Συνελήφθη το 1946 και κρατήθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας 3 χρόνια, όπως λέγαν οι συγκρατούμενοί του τραγουδούσε και τους εμψύχωνε! Ήταν 33 ετών...

ΔΙΑΒΑΤΗΣ ΠΑΡΩΝ

Διαβάτης παρών, Διαβάτης απών, Διαβάτης Παρών!
Οι φωνές ακόμη ακούγονται, 
οι οξείες ενισχυμένες και μακρόσυρτες
περνάνε σαν βλήματα χωρίς ανασαμό, 
δεν υπήρξε σκόνη μα η σιγή της σήψης 
κι ο κρότος θανάτωση λαών.
Ήταν στη Κέρκυρα την τέταρτη δεκαετία, 
στη Χίο εκεί που ανέμιζαν τα τριανταφυλλένια χείλη 
η στα στήθια που ήσαν κυματοθραύστης στο ακάθαρτο μολύβι 
και οι ιδέες τους..
ξάφνιαζαν τον έρεβο μέσα από τα κιγκλιδώματα;
Όλα ήταν, και ήταν σ’ ένα χρόνο που δεν υπήρχε χρόνος.
Και ήταν ο Γιώργης, μέταλλο και ρόδι, χνούδι κι αστραπόβολο
που στο Σαντιάγκο πλημύριζε και ΄΄κει μέσα΄΄ ζωγράφιζε
στόματα στις πέτρες, και ήταν ο Γιώργης
που κατέβαζε τον ουρανό,
που έκανε τις πληγές μέλι από τον ξένο καλπασμό,
που έκανε τη σκληρή σιωπή αλαλαγμό
και πράσινο αίμα σε κόκκινη ζωή.
Διαβάτης Απών Διαβάτης Παρών.
Κι όσο περνούσε ο καιρός η φωνή του προσκλητηρίου δυνάμωνε
στα εξασθενημένα οστά.
Και δεν ήταν το ένα χρώμα, αλλά ιριδισμοί που έπλεαν αήτητοι
και ντυμένοι από οράματα στα μάτια σπαθιά.
Στα τριβεία των σχισμών οι εξειδικευμένες εντολές
μ’ ένα χαρτί άγαρμπο που δεν άντεχε ούτε το δέρμα τους
το περιέφεραν σαν σε παζάρι, Μια Ζωή Μια υπογραφή.
Αλλά ήταν ο Γιώργης που είχε γίνει ένα με τον πηλόχρονο
και το μολύβι έπιανε μόνο για να σχηματίσει αγεωμέτρητες 
ελπίδες και ανοιχτούς κύκλους στο λόγο, 
βυθίζοντας το χάσμα
και διάσκελα παρασέρνε χωράφια με ηλιοτρόπια στο μέλλον.
Διαβάτης Παρών, Διαβάτης Απών.
Διαβαίνουν οι φωνές κι ακόμη ακούγονται, όσοι κρότοι κι αν ηχούν
Όσοι κρότοι κι αν παζαρεύουν ζωή με μία υπογραφή!
Διαβάτης Παρών.