Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοσχόπουλος Γεράσιμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοσχόπουλος Γεράσιμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ

«Οι ποιητές του κόσμου»

Οράματα γεννήσανε οι ποιητές του κόσμου,
σα λυτρωτές του αύριο χαράζουν νέους δρόμους
και μάχονται για το παρόν επινοώντας νόμους,
ελπίδες πλάθουν στο βυθό και τίκτουνε το φως μου.


Σα φάροι μας καθοδηγούν σ’ ελεύθερα καρνάγια,
ποιούν καράβια κιβωτούς, μας πάνε σ’ άλλους τόπους,
που έχουν πλάσματα σοφά κι αληθινούς ανθρώπους,
καθείς θα ‘χει για σπίτι του αμέτρητα σαράγια.


Σ’ επίγειο παράδεισο σα νούφαρα θα ζούμε,
σαν κύκνοι αλαβάστρινοι σε σμαραγδένια λίμνη,
σα ‘ρθει το τέλος κι ακουστούν οι επιτύμβιοι ύμνοι,
σα Φοίνικες απ’ την φωτιά θα ξαναγεννηθούμε. 




Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ

«Μοιραίες και πικάντικες ιστορίες»

                                          Στο φίλο Διονύση...

-Δημήτριο με λεν’ εμέ κι αυτό στο υπογράφω,
δυο ιστορίες θα σου πω που έμελλε να μάθω,
μα όχι μέσα στο σχολειό, μα ούτε σε θρανίο,
μες στης ζωής γραφτήκανε τ’ απρόβλεπτο βιβλίο!

Τον Μανωλιό τον γνώρισα σα σήμερα πριν χρόνια,
όρκο φιλίας δώσαμε, μας έδενε η ομόνοια,
ντόμπρος, ευθύς και ζόρικος, δυο μέτρα παλικάρι,
μοναδικό του ελάττωμα πως λάτρευε το ζάρι!

Μία φορά τζογάραμε σε άγνωστο τραπέζι,
μαυραγορίτες μπόλικοι και δύο κουβανέζοι,
όλο το βιός του πόνταρε σε μια ζαριά ρημάδα,
τα πάντα έχασε με μιας, τον έπνιξε η ζαλάδα...

Ακόμα ένα γεγονός σαν ένα παραμύθι,
το έζησα με φίλους μου και πέρασε στη λήθη,
μα τώρα δα θυμήθηκα πως ήτανε μια φρίκη,
στο τέλος όμως κέντησα με άσσο στο μανίκι!

Στοιχηματίζανε πολλά, είχαν φτιαχτεί με κέντα,
τρεις άσσους είχα μοναχά, μα έλπιζα στη ρέντα,
ένα άσσο έβγαλα κρυφά απ’ το μανίκι μέσα,
τους νίκησα, τους έγδυσα, μα έχασα τη μπέσα!

-Μου εξομολογήθηκες μοιραίες ιστορίες,
θα σου εξιστορήσω ‘γω για πονηρές κυρίες,
φύκια πουλούσανε πολλά για μεταξωτές κορδέλες,
τις πλήρωσα πανάκριβα, μα έκανα και τρέλες!

Μυρτώ τη λεν’ την πονηρή, μου τό ‘παιζε και νύφη,
στενοχωριόταν εύκολα σαν έσπαγε το νύχι,
της χάρισα ολόχρυσο με λίθους δαχτυλίδι,
το τσέπωσε και έφυγε, την ξέχασα με ξύδι!

Κι άλλο μπουμπούκι μού ‘τυχε, φαινόταν προκομμένη,
σαν αλεπού παμπόνηρη και «πυροβολημένη»,
γαμπρό με προίκα ήθελε, υπάλληλο του ΙΚΑ,
μα τον γαμπρό παράτησε και κράτησε την προίκα!!!

Αυτά που λες Δημήτρη μου κι άλλα να πω μπορούσα,
έσβησε ο Ερωτόκριτος και ποιά η Αρετούσα;
αύριο βράδυ πάλι εδώ, περάσαμε ωραία,
η νύχτα σα βασίλεψε, έπεσε η αυλαία!


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ




Κόντρα στο χρόνο των καιρών

Συνάντησα τους σύμμαχους
            μες στην αρχαία Θήρα,
σαν τόπος άγιος, ιερός,
            μια θαλπωρή μου δίνει,
κόντρα στο χρόνο των καιρών,
            στην σκοτεινή του δίνη,
διέρρηξα την κρύπτη του,
            τη μυστική του θύρα.

Σαν έκλεψα τα σκήπτρα του,
            του γκρέμισα τα τείχη,
η μάχη είναι αμφίρροπη,
            μα τον νικώ στην πάλη,
ατέρμονος ο πόλεμος,
            μα θα κερδίσω πάλι,
κρατώ στα χέρια μου σφιχτά
            της μοίρας μου την τύχη.

Στους τροβαδούρους έδωσα
            μια διαμαντένια λίρα,
να εξυμνούν το έπος μου
            στη ρυθμική τους λύρα,
σαν όσιο με ψέλνουνε,
            με στέμμα και με μίτρα.

Καλλιόπη μου μ’ αγκάλιασες
            σαν τη δική μου μάνα,
μου χάρισες την έμπνευση
            σαν τ’ ουρανού το μάννα,
μες στον παράδεισο ορμώ,
            στη λυρική σου μήτρα.