Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ ΣΤΕΤΟΥ

 

Γράφω πυρετωδώς επί τρία χρόνια.

Πριν τρία χρόνια κάτι πέθανε μέσα μου.

Κάτι από τον εαυτό μου.

Έξω από τον εαυτό μου.

Κάτι που παρασιτούσε μέσα μου για 25 χρόνια.

Οι Ερινύες, οι τύψεις, οι ενοχές για κάτι που δεν ήμουν με κατέτρωγαν.

Κατέτρωγαν τα σωθικά μου.

Σπιθαμή σπιθαμή από το φάρυγγα ως το έντερο.

Ώσπου συντελέστηκε μέσα μου μια ριζική αλλαγή.

Αποτύπωνα στο χαρτί της σκέψεις μιας ψυχασθενούς με μανία, με μια γλυκιά εμμονή.

Με ιδρώτα και ζάλη.

Ατελείωτος ίλιγγος έμπνευσης.

Μια φωνή ξερνούσε πηγαία από μέσα μου λέξεις, φθόγγους, ουρλιαχτά.

Μιας αφασικής μουγκής που για χρόνια σώπαινε φιμωμένη.

Από τα δικά της χέρια.

Και όταν όλα αυτά που ένιωθα και συντάρασσαν τον κόσμο μου πήραν σάρκα και οστά.

Ίαση και σιωπή επήλθε.

Ήρθα αντιμέτωπη με το έργο μου.

Έργο φτωχό πενιχρό για λίγους.

56 αντίτυπα για έναν κόσμο.

Που έχυσα λίγο από τον ψυχισμό μου σε ένα κιτρινισμένο χαρτί.

60 ευρώ για μένα και άλλα τόσα για τον εκδότη.

Είσαι τυχερή μου λένε έκανες το ακατόρθωτο.

Η τέχνη μου κοστολογείται με 5.60.

Και εγώ γελάω ασταμάτητα με ενθουσιασμό.

Για αυτή την γλυκόπικρη νίκη.

Κρατώ το βρεγμένο βιβλίο στα χέρια μου και πάλλομαι.

Μα ψωμολυσσάω και λιμοκτονώ σε μια γωνιά του δρόμου.

Σε ένα στενό εκείνο το λαμπερό στενό των νικητών-χαμένων.

Των μύριων ξεχασμένων αναγνωρισμένων.

Στο πεζοδρόμιο της ελπίδας.

Που έπεσε λιγοστό φως για να ζεσταθώ για μια στιγμή και να ισοπεδωθώ ύστερα ακαριαία από την πραγματικότητα. 






Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

ΤΑΚΗΣ ΚΤΕΝΑΣ

 


 

 

 

Σ' αγαπώ

 
<<Σ' αγαπώ!>> της είπε αυτός.
<<Και εγώ σ' αγαπώ!>> του είπε αυτή και του έδωσε ένα φιλί και ήταν μόνο δεκαοχτώ χρονών.Είχανε μόλις τελειώσει το Λύκειο.
<<Σ' αγαπώ!>> της ξανάπε αυτός.
<<Και εγώ σ' αγαπώ!>> του ξανάπε και αυτή και τον κοίταξε στα μάτια.Ήτανε εικοσιοχτώ χρονών, μόλις είχανε παντρευτεί.
<<Σ' αγαπώ!>> της είπε πάλι.
<<Και εγώ σε αγαπώ!>> του είπε και αυτή και τον πήρε αγκαλιά.Ήτανε τώρα τριανταοχτώ χρονών. Είχανε και δυο παιδιά. Είχανε οικογένεια πια...
<<Σ' αγαπώ!>>της είπε ξανά.
<<Και εγώ σ' αγαπώ!>> του ξανάπε και αυτή και τον έπιασε από το χέρι.Ήταν χρονών σαρανταοχτώ.Τα παιδιά είχανε φύγει πια. Σπουδές,δουλειά, φίλοι,υποχρεώσεις. Μεγαλώσανε και αυτά.Τα παιδιά φύγανε,όπως φεύγουν κάποτε όλα.Αυτοί όμως οι δυο,ήτανε ακόμη πιασμένοι χέρι χέρι. Βαδίζανε μαζί.
<<Σ' αγαπώ!>> της είπε και ήταν πια πενήντα οχτώ χρονών.
<<Και εγώ σε αγαπώ!>>του είπε και αυτή και του χαμογέλασε.
Στο χαμόγελο αυτό κρυβόταν η αγάπη τους. Φτάσανε τόσων χρονών και χαμογελούν ακόμα ο ένας στον άλλον. Βλέπουν τα παιδιά τους τώρα με παιδιά.Τα κοιτάζουν ευτυχισμένοι λες και
η ευτυχία είναι κάτι τόσο δα απλό!
<<Σ' αγαπώ!>> της ξαναείπε αυτός με ένα φιλί στο μέτωπο.
<<Και εγώ σε αγαπώ!>> του ξαναείπε και αυτή και αφέθηκε στο φιλί του.Ήταν εξηνταοχτώ χρονών. Καθόντουσαν σε ένα παγκάκι οι δυπ τους, όπως όταν πρωτοφιληθήκανε.Στο ίδιο παγκάκι. Στην ίδια εκείνη θέση που βρισκόντουσαν και όταν ήταν δεκαοχτώ!
<<Σ' αγαπώ!>> της είπε τελευταία φορά αυτός. Απάντηση όμως δεν πήρε. Καμιά. Ποτέ δεν ξανάκουσε από αυτήν το σ' αγαπώ.Ήτανε τώρα εβδομήντα οχτώ χρονών και η γριά του πέθανε.Το τελευταίο σ' αγαπώ το είπε στην κηδεία της πάνω στο φέρετρο. Ήξερε ότι τον άκουγε. Το λέει μετά κάθε μέρα σε μια φωτογραφία της, αλλά πάλι απάντηση δεν παίρνει. Το λέει μόνος του εκεί στο παγκάκι που καθόντουσαν πάντα μαζί, το λέει κάπως κρυφά για να μην τον βλέπουν. Να μην βλέπουν οι άνθρωποι ότι την έχει ακόμα αγκαλιά. Να μην τους δουν και τους ματιάσουν. Να μην βλέπουν πόσο πολύ την αγαπά και πόσο πολύ και αυτή τον αγαπά.
Το πρωί κάτι παιδιά τον βρήκανε στο παγκάκι ενός πάρκου με τα μάτια κλειστά. Μόνο του. Σαν να είχε κάτι όμως, κάποιον σαν να είχε αγκαλιά. Χαμογελούσε. Μέσα από τον ύπνο του αυτός χαμογελούσε ευτυχισμένος. Τα παιδιά είπανε ότι τον άκουσαν να λέει <<σ' αγαπώ>>. Και ήταν ένα ψιθύρισμα του ανέμου που έλεγε <<Και εγώ...>>
 
 

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΙΜΤΣΙΔΗ

 


 
 
 
 
Εθνική σκηνή
 
Δεν καταφέρνω
Σημαίνει αφήνω τα πόδια μου νεκρά,
το στόμα μουδιασμένο.
Κάτω τα μπορώ
που φέρνουν βόλτα με την αδικία
Κάτω τα δεν αξίζω
που φέρνουν χέρι με χέρι την αξιοκρατία
Δεν καταφέρνω
Σημαίνει γέννα χειρουργική, με όργανα ωμά. Να τρώει το παιδί τη μάνα και η μάνα να τρώει τα οστά και ύστερα να γίνεται δίκη
Μα ο δικαστής δεν ξέρει το σωστό και φέρνουμε τη θεία, τον πατέρα και τον γιο να βγάλει δίκαιη απόφαση.
Ποιος θα φυλακιστεί, το μωρό ή η μάνα;
Δεν καταφέρνω
Σημαίνει γνωριμία με την οικογένεια,
σχέσεις φιλίας και αργότερα πορτοφόλι χρυσό με χαρτονόμισμα παχύ.
Η μάνα να δαγκώνει το ψωμί
η μάνα να γιατρεύει την πληγή
η μάνα να αγκαλιάζει
Το παιδί να μένει νηστικό
το παιδί να μένει ορφανό
γιατί δεν χαμπαριάζει από δωροδοκίες.
Δεν καταφέρνω
Σημαίνει πεντανόστιμο φαγητό, σε εστιατόριο φθηνό
μα το φαγητό πάει για πέταμα αφού δεν είναι ακριβό
Και οι φτωχοί να πλουτίζουν στο στομάχι
Και οι πλούσιοι να φτωχαίνουν στην καρδιά
Δεν καταφέρνω σημαίνει κράτος
Γι αυτό θα πω κατάφερα.
Κατάφερα τα πόδια να ζωντανέψω, να πατήσω στη σκηνή
Κάτω τα μούτρα
Φέρνω χαρά
Και στα δικαστήρια θα γίνω δικαστής. 



Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

ΛΙΛΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

Ευαγγελία
 
“Μια κουταλιά κοφτή, σωστά; Στη μύτη…”
“Όχι βρε! Σκέτο τον πίνω εγώ!”
“Α, εντάξει, σκέτο, σκέτο..”
Κι έβαζες τον καφέ στο μπρίκι,
μέσα στο νερό που μόλις είχε αρχίσει να βράζει
κι ανακάτευες χαμογελώντας.
“Ξέρεις, ο καλός καφές, θέλει υπομονή, όχι βιασύνες.” έλεγες.
Σε κοίταζα και χαμογελούσα κι εγώ στην καλή μου τύχη που σ’είχε εκεί μπροστά μου.
“Όπα… έτοιμα!” κι ερχόσουν στο τραπέζι.
Τα δυο μας καφεδάκια.
Το δικό σου μέτριο, το δικό μου σκέτο.
Και για λίγο, σωπαίναμε και πηγαίναμε κι οι δυο μας να δοκιμάσουμε τις πρώτες γουλιές. Βιασύνες!
“Καιει…” λέγαμε και τα βάζαμε πάλι στην άκρη.
Πάντα ρώταγες για να μάθεις τα νέα μου.
Ήταν η ώρα μας.
Τις ιστορίες μου, τους έρωτές μου.
Τα ποίηματά μου.
Με ρώταγες αν με στεναχώρησε κανείς,
γιατί φοβόσουνα που γράφω τόσο σκοτεινά.
Και πράγματι, τις περισσότερες φορές, κάποιος μ’είχε πικράνει.
Και σε σκοτείνιαζα που στα λεγα.
Ρουφούσαμε κι οι δυο μας μια γενναία γουλιά καφέ,
και κύλαγε πιο εύκολα η κουβέντα.
“Μη τους επιτρέπεις να στο κάνουν αυτό.” μου έλεγες.
Μα δε με κοίταζες στα μάτια,
κατέβαζες το βλέμμα και κοίταζες το φλιτζάνι,
σαν να θελες να τα πεις στον εαυτό σου.
Σου λεγα και τ’άλλα νέα,
για να χαρείς.
Για την δουλειά μου, που πάντα πήγαινε καλά, για τα αστεία που άκουγα απ’τους φίλους μου, για τα νέα ποιήματα, για το βιβλίο που θα ετοίμαζα, για εκείνο το ταξίδι που επιτέλους έβαλα μπροστά να οργανώσω…
Κι ύστερα εσύ,
έπιανες τις ιστορίες σου.
Προς το τέλος,
έλεγες την ίδια ιστορία, ξανά και ξανά.
Και εγώ, πάντα σε άκουγα και σου δειχνα τον ίδιο ενθουσιασμό.
Σαν να τ’άκουγα πρώτη φορά.
Προς το τέλος,
ξέχναγες να ρωτήσεις αν θέλω μια κοφτή κουταλιά ζάχαρη, ή έστω στην μύτη, και τα φτιαχνες και τα δύο μέτρια.
Δε σου χάλαγα χατίρι. Τον έπινα τον καφέ με ζάχαρη.
Δε ξέχναγες όμως να ρωτήσεις για τα νέα μου, για τους έρωτες και για τις στεναχώριες.
Προς το τέλος,
δε σου λεγα για τις στεναχώριες.
Σου έλεγα “είμαι πολύ καλά!”
Και ρούφαγες χαρούμενη μια γερή γουλιά
και μου λεγες “Δόξα τον Θεό που είσαι καλά!”
Σου χαμογελούσα κι επαναλάμβανα “Δόξα τον Θεό…”
Κάθε μέρα πίναμε τα δυο μας καφεδάκια, κι όμως, λίγα μου φάνηκαν.
Κι ήρθε το τέλος.
Και εγώ πια αποφεύγω να πίνω ελληνικό καφέ.
Άλλωστε, ο καλός καφές θέλει υπομονή, κι όχι βιασύνες.
Αποφεύγω λοιπόν τον ελληνικό καφέ απ’όταν έφυγες Ευαγγελία.
Κι όταν -καμιά φορά- φτιάχνω έναν,
βάζω πάντα μια κουταλιά κοφτή ζάχαρη.
Κι ας τον προτιμώ σκέτο στην γεύση.
Χούι είναι αυτό βλέπεις,
δε κόβεται.
Αντίο Ευαγγελία.
Θα τα ξαναπούμε εγώ κι εσύ.
Και θα ναι όμορφα.
Και θα σαι νέα, και θα θυμάσαι όλες τις ιστορίες σου.
Και θα μους τις ξαναπεις μία μία.
Θα βάλουμε πάνω το μπρίκι
και θα σου πω κι εγώ τα νέα μου.
Σου υπόσχομαι,
πως δε θα τους επιτρέπω να με στεναχωρούν,
και σου υπόσχομαι,
πως όταν ξαναβρεθούμε,
τον καφέ θα στον φτιάξω εγώ.
Μέχρι τότε,
Ευαγγελία,
θα σε συναντώ για λίγο στην μύτη απ’το κουτάλι.
Σε κάθε κόκκο ζάχαρης που δεν θέλω να γευτώ, κι όμως, μου νοστιμεύει την μέρα. 



Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ II

 



Σχόλιο, επιλογή: Ειρηναίος Μαράκης

 

Συνεχίζουμε την παρουσίαση επιλογών από ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν πρόσφατα. Η προσπάθεια μας να γνωρίσει ο αναγνώστης και η αναγνώστρια τις εργασίες νέων ή παλαιότερων δημιουργών θα συνεχιστεί και με εκτενέστερες παρουσιάσεις. Στο σημερινό αφιέρωμα θα διαβάσουμε χαρακτηριστικά δείγματα από πέντε ποιητικές συλλογές και μία ανθολογία.

 

Ελένη Χαϊμάνη, Οιστρογόνα (εκδ. Ιωλκός, 2018)

 

Με θλίβει η ρίμα

 

Με θλίβει, η ρίμα στο ποίημα,
που πρέπει να υπάρξει
όταν όλα είν’ αρμονία, απλή μουσική
δίχως τερτίπια, κορδέλες και τέλος.


Σάρκα, αίμα, παλλόμενες καρδιές και όλα
-τα πάντα- δονούνται, ανοίγουν
σαν να φέρνει κανείς στη ζωή
άλλη ζωή και να τη βασανίζει.


Πού θα βρισκόμασταν τώρα
χωρίς μικρές αυταπάτες ή μάχες;
Σχεδόν αδιάφοροι, για κάτι, για όλα νεκροί.


Τι τίμημα κι αυτό που πληρώνουμε
όταν οι έγνοιες τρώνε μολύβια
και τα μολύβια τρώνε σελίδες
και γίνετ’ η έγνοια μολύβι, χαρτί
- το 'χω δει να συμβαίνει σας λέω.


Και κάτι ακόμα, εδώ!


Μακάρι να ήμουν τρελή,
οι γιατροί να 'κοβαν την τρέλα
του μυαλού και να ζούσα,
γιατί δεν ξέρω αν για τον κόσμο έχω φτιαχτεί,
απέφευγα το σκοτάδι τόσον καιρό
και όλον αυτό τον καιρό, υπήρχα σκοτάδι.

 

(σελ. 9)

 

Τι είναι η ποίηση, Γιώργο;

 

Στην Ασκληπιού μεσημέρι

βάδιζε σκεπτικός.

Γύρω του κανέναν δεν κοιτούσε.

Βάλθηκα να τον πάρω στο κατόπι.

Σ’ αυτόν τρέχω

ή απ’ αυτόν απομακρύνομαι;

Την άβυσσο φέρνω μέσα μου,

την άβυσσο, σκιά μου...

Στο φανάρι τον ρώτησα:

«Τι είναι Ποίηση;»

«Για μένα, είναι ο πόνος της φυλής,

της γλώσσας τ’ αποστεωμένα.

Αν με ακούς, μην ακολουθείς,

θα σε σκοτώσει...»

«Τι με νοιάζει αυτό» αντιλέγω

«εγώ θέλω τη δόξα, την ηδονή,

το ιντερνεκτουάλ της άδειας καπαρντίνας.

Μ’ ακούς;

Γιώργο;»

«Για σένα θα λέγομαι, πάντοτε, Σεφέρης».

 

(σελ. 47)

 

Έλενος Χαβάτζας, Στάχτη με φόντο κάποιον τροπικό (εκδ. Βακχικόν, 2018)

 

Για την ασφάλεια του πολίτη

 

Είσαι ασφαλής μέσα στη μέρα

γενικά, όταν

πας κι έρχεσαι

απ’ τη δουλειά σου

όταν κουβαλάς ψώνια

ξοδεύεις σε καφέδες

τα λεφτά και το χρόνο σου

 

είσαι ασφαλής μέσα στη μέρα

όταν

χαζεύεις στις βιτρίνες

περιμένεις στην ουρά

μιας υπηρεσίας που θα σου παρέχει

αν μη τι άλλο, άλλο ένα χαρτί λίγο πιο κοντά

στο θάνατο

 

όπως σε άλλα πράγματα το σκοτάδι

εδώ το Φως είναι που σκεπάζει κάτι.

 

Αργότερα όμως,

όταν

δοκιμάζεις νύχτα

 

να αρχίσεις μια βόλτα

 

χωρίς χρήματα

στις τσέπες

χωρίς γούστο για χαβαλέδες

πλατείας

 

χωρίς κάποιον να μπορεί

να συνοδέψει αυτό

που όλο και

πιο πολύ βλέπεις να συμβαίνει

 

αμέσως,

τότε

 

γίνεσαι ύποπτος.

 

(σελ. 17 – 18)

 

Αριθμός 127

 

Υπάρχουν μάσκες που δεν έχεις

δοκιμάσει

μάσκες που ακόμη δεν έχεις τραβήξει

 

και να, μια φωτογραφία που

έμεινε στη μέση

χαμόγελα που σαν παιδιά

απότομα άλλαξαν διαθέσεις.

 

Ίσως να ’ταν αυτό...

ξενοδοχείο στον δρόμο που έγραφε

«HOTEL PARIS»

και κάποιος στο δωμάτιο

που την παίζει

με ό,τι έσωσε στη μνήμη

 

αφού στο τέλος, δεν αντέχουν

οι πριγκίπισσες

και κλάνουν μέσα στα παραμύθια

 

τόσοι και τόσοι χαμένοι μέσα

στην έρημο

καθένας όπως έστρωσε θα κοιμηθεί.

 

(σελ. 19)

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Εγώ το Χάος (εκδ. Καμβάς, 2019)

 

Με συνοπτικές διαδικασίες

 

Η κλήτευση απεστάλη.

Το υποκείμενο εντός ολίγων ημερών

καλείται να προσέλθει προς υπεράσπισίν του.

Καμιάν απουσία δεν δικαιολογείται.

Οφείλει καθείς να πειθαρχεί

στην βούληση της Ανώτατης Αρχής.

 

Το Κράτος μας χρήζει προστασίας.

Άγνωστες Δυνάμεις δύνανται –ανά πάσα στιγμή-

να θέσουν την ασφάλειά του σε κίνδυνο.

Κι όταν κινδυνεύει το Κράτος

κάποια πύλη της Κολάσεως τρίζει

τους μεντεσέδες της.

 

Η κλήτευση απεστάλη.

Το υποκείμενο καλείται να πειθαρχήσει.

Οι μηχανισμοί έχουν μπει σε λειτουργία.

Η Ασφάλεια και η Τάξη θα επιβληθούν

με συνοπτικές διαδικασίες.

 

(σελ. 19)

 

Ιθάκη

 

Εκεί

εν μέσω

ραγδαίων φυλλορροημάτων

και απόλυτης ευμάρειας

κίτρινου

 

σαν χαμένος

από την γη της επαγγελίας σου

γνέφεις απελπισμένα

στις ριπές του ανέμου

μπας και σε παρασύρει

καμιά

με την φιλανθρωπία της

και σε τσακίσει

επάνω σε ορεινή

απόσταση.

 

Κάθε κίνησή σου

ανάγκη.

Η ανάγκη σου

σήμα κινδύνου

με ευμετάβλητη

σημασιοδότηση

 

κι ο κόσμος όλος

ένα κωφεύων σύμπαν.

 

Τρέξε στο φως

τράβα μιαν ακτίνα

στην τύχη

άρπαξε την κυριαρχία του

στην τύχη

και μην ρωτήσεις

για τον προορισμό∙

 

αυτός

θα μείνει ως το τέλος

μες στην θαμπάδα

της απολυτότητάς του

 

-εσύ

το ταχύτατο της πτώσης του

θες

εκεί μέσα

στα άδυτα να χαθείς

σαν μια πιθανότητα

πολυμήχανου Οδυσσέως

σε πρώιμη ανακωχή

 

και οι Κύκλωπες

αξεσουάρ για τα κλειδιά σου.

 

(σελ. 32 – 33)

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Ζηλεύω τα βράχια (εκδ. Μανδραγόρας, 2018)

 

Κάποτε

 

Κάποτε τα πράγματα θα αλλάξουν.

Όλα θα πάνε καλά.

Οι φωνές θα ακουστούν,

θα πάψουν τα δάκρυα,

θ’ ανθίσουν τα χαμόγελα,

θα κλείσουν οι πληγές.

Κάποτε,

μα πότε;  

 

Μην περιμένεις.

Με σπρώξιμο

κυλάνε οι τροχοί.

 

(σελ. 12)

 

Στη σκιά

 

Στέκεσαι στη σκιά

κάτω απ’ τα δέντρα.

Μένεις εκεί

δεν το τολμάς

να δεις κατάματα τον ήλιο.

Δεν κινδυνεύεις,

είσαι πάντα ασφαλής.

Μία ζωή

μένεις μονάχος

στη σκιά σου.

 

(σελ. 30)

 

Γεωργία Καλαμποκά, Τ’ αγίνωτα (εκδ. Ατέχνως, 2020)

 

Στερητικό α

 

Γεννήθηκα

Μ’ ένα μακρόσυρτο α στο στόμα

Με ταξίδεψε στο κλάμα και στη χαρά

Και στην ομορφιά του κόσμου.

Όλη η ζωή ένα ανοιχτό γράμμα.

 

Έζησα

Με κείνο το α συντροφιά

Κάμποσες φορές με χ στο τέλος.

Όμως, πολέμησα άγρια, α, πόσο πολέμησα

Να μην μπει αυτό το α ως στερητικό

Μπροστά απ’ το –δικο.

Ήξερα πως το – ι – πάσχιζε να βρει τη θέση του

Ανάμεσα.

Και συλλάβιζα χώρο να το πετύχει.

 

Ξεψυχώντας,

Εκείνο το α θα πνίξω μέσα μου,

Το στερητικό.

Το άλλο

Θα τ’ αφήσω ελεύθερο

Να ταξιδέψει στους αιώνες.

 

24 Μάη 2019

 

(σελ. 48)

 

Οργή

 

Στα κρεματόρια

–Μετά–

Οι υπάνθρωποι

Σκυλεύουν –πάντα–

Τους δικούς μας νεκρούς.

 

Οι λέξεις μας

–μην αυταπατάσθε–

Είναι τα σήμαντρα.

Μόνο.

 

Ρίξτε καταπάνω τους.

Και τους οχτώ ανέμους.

 

27 Ιούλη 2018

 

(σελ. 74)

 

Σοφία Ταναΐνη, Σκληρός Απρίλης του 2020 μ.Χ. (εκδ. Ατέχνως, 2020)

 

Εαρινή συνωμοσία

 

Άκου τα τριζόνια της νύχτας

πώς με αποκεφαλίζουν...

 

Ξημερώνει, η κάθε μέρα ίδια με τις άλλες.

Κουρνιάζει ο φόβος στις γωνιές,

αδήλωτος.

Συννεφιασμένος ο αυλόγυρος

της φυλακής μας,

τσαλακωμένοι οι απλωμένοι χάρτες.

 

Όμως, φέτος η Άνοιξη συνωμοτεί,

καθώς ο δικός μου θεός ισορροπεί,

άκρη άκρη στο προσκέφαλο μου.

 

(σελ. 21)

 

Νίκος Σουβατζής, Σκληρός Απρίλης του 2020 μ.Χ. (εκδ. Ατέχνως, 2020)

 

Κίτρινη παντιέρα

 

Έφτασε ο Απρίλης

μα η άνοιξη ακόμα χαμένη

ανάμεσα σε πολεμικά ανακοινωθέντα

και αόρατα σχήματα.

 

Εγκλεισμός, αποστάσεις

και μετά σιωπή.

Προφητείες, αγιογραφίες

και πάλι σιωπή.

 

Όσα ήταν μέσα μας θαμμένα

έρχονται και μας βρίσκουν.

Όταν όλα αυτά θα ’χουν τελειώσει

θα φτάσει εκείνη η ώρα για την εκδρομή

που αναβάλλαμε από παιδιά.

 

Σημείωση: Ο τίτλος αναφέρεται στη σημαία κίτρινου χρώματος που αναρτάται στα πλοία που βρίσκονται σε καραντίνα.

 

Κώστας Ευαγγελάτος, Σκληρός Απρίλης του 2020 μ.Χ. (εκδ. Ατέχνως, 2020)

 

Έκτακτη είδηση / Breaking news

 

Νέα Υόρκη.

Κόκκινη πανδημία...

Ο λαός στην 5η Λεωφόρο

με νέα σφυροδρέπανα.

Οδηγητής ο Μαρξ

κρατώντας σε πυρσό

το Φως του Προμηθέα.

 

Απρίλης 2020

 

(σελ. 26)