Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

                                                              ΡΕΒΕΓΙΟΝ

      Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο γερο-Γιάννης ξύπνησε κάπως αργά εκείνη τη μέρα. Ήταν εβδομήντα χρονών με το μέτωπό του γεμάτο ρυτίδες, βαθιές χαρακιές της λύπης. Ο γερο-Γιάννης σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του και σκέφτηκε: «Άλλος ένας χρόνος φεύγει. Άλλος ένας χρόνος απ’ τη ζωή μου». Ύστερα το μυαλό του γύρισε σε άλλες σκέψεις: «Πρέπει να ετοιμαστώ. Σύντομα θα έρθουν τα παιδιά μου, να μου ευχηθούν». Είχε δύο παιδιά. Δυο γιους, που τώρα είχαν κάνει τη δικιά τους οικογένεια και από τον πρώτο είχε αποκτήσει ένα εγγονάκι. Θα πήγαιναν και οι δύο σε ρεβεγιόν να διασκεδάσουν. Ο γερο-Γιάννης θα έκανε κι αυτός ρεβεγιόν μαζί με τρεις άλλους γέρους, όπως κάθε χρόνο. Παίζανε χαρτιά και συζητούσαν, όμως δεν διασκέδαζαν. Ο ένας θρηνούσε την πεθαμένη του γυναίκα, ο άλλος την αδερφή του, ο άλλος την ξαδέρφη του. Όλοι είχαν κάποιον να θρηνήσουν εκείνη τη χαρούμενη μέρα… Ο γερο-Γιάννης προσπάθησε να διώξει απ’ το μυαλό του αυτές τις θλιβερές σκέψεις.
      Μέσα στην πολυκατοικία, που έμενε, ακούστηκε τότε ένας θόρυβος από κουδούνια, τρίγωνα και παιδικές χαρούμενες φωνές. Μικρά παιδιά με τα πρόσωπά τους γελαστά περνούσαν από τα διαμερίσματα να πουν τα κάλαντα. Χτύπησαν και στην πόρτα του γερο-Γιάννη. Δεν είχε όρεξη να ανοίξει, όμως η σκέψη του τον τάραξε: «Άνοιξέ τους να μπει λίγη χαρά στο σπίτι σου. Παιδιά είναι. Φαίνεται στα πρόσωπά τους ότι δεν γνώρισαν ακόμα τη λύπη». «Εγώ, όμως, δεν είμαι παιδί», σκεφτόταν ο γερο-Γιάννης. «Γιατί να μην είμαι παιδί;» Μέσα του πάλευαν οι δυο σκέψεις. Τελικά, νίκησε η πρώτη. Ο γερο-Γιάννης άνοιξε την πόρτα, όμως τα παιδιά είχαν φύγει. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε. «Θα ανοίξω στους επόμενους». Η σκέψη του ξαναγύρισε στα παιδιά του: «Θα πάνε να γλεντήσουν. Εμένα θα μ’ αφήσουν μόνο. Οι άλλοι γέροι σου κάνουν πιο βαριά τη μοναξιά όταν λένε για τη δικιά τους».
      Μετά, όμως, ο γερο-Γιάννης θυμήθηκε το εγγονάκι του. Ήταν πέντε χρονών, γεμάτο ζωή και χαρά. Ο γερο-Γιάννης χαμογέλασε σ’ αυτή τη σκέψη.
      Λίγο αργότερα χτύπησε το κουδούνι. Ο γερο-Γιάννης άνοιξε την πόρτα. Ήταν τα παιδιά του. Είχαν φέρει τις γυναίκες τους και φυσικά το εγγονάκι. Το δεύτερο αντρόγυνο δεν είχε κάνει ακόμα παιδί. Το εγγονάκι έτρεξε στην αγκαλιά του γερο-Γιάννη.
-Χρόνια πολλά παππού, είπε με την παιδική φωνή του.
-Χρόνια πολλά Γιαννάκη μου, απάντησε ο παππούς και του χάιδεψε το κεφάλι.
      Συζήτησαν για πολλή ώρα και κάποια στιγμή τα δύο αντρόγυνα και το εγγονάκι ετοιμάστηκαν να φύγουν.
-Πρέπει να φύγουμε τώρα, να ξεκουραστούμε, είπε ο ένας γιος, γιατί το βράδυ έχουμε ρεβεγιόν.
-Να πάτε, είπε ο γερο Γιάννης. Καλή διασκέδαση παιδιά μου και λέγοντας αυτά, σκούπισε βιαστικά ένα δάκρυ, που έτρεξε στο πρόσωπό του. Ήταν χαράς ή λύπης; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε να πει.
      Ο γερο-Γιάννης τους αποχαιρέτησε και ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι και τους είδε, που ξεμάκραιναν σαν τα καράβια στο πέλαγος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου