Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΣΑΒΒΙΔΟΥ



ΓΡΑΦΗ – ΠΟΙΗΣΗ και ΚΡΙΣΗ (*)
   
Κυρίες και κύριοι,
    Υπάρχει ένας παλιός,  Σανσκριτικός μύθος που μιλά για την πόλη των ιδεών και την πιο ακριβή της κόρη, την γλώσσα, που αγνή και πεντάμορφη, είχε τοποθετηθεί στα χέρια ποιητών. Άγριος βοριάς λέει φύσηξε και η γλώσσα, αχτίδα του παράδεισου, έπεσε στη γη και δεν άργησε να ξεχάσει… 
   Φίλες και φίλοι,
Η Θέλησή μας να θυμόμαστε είναι η θέλησή μας ν’ αλλάξουμε τον κόσμο... έγραψε η Αμερικανίδα πανεπιστημιακός Τζόαν Νεστλ. Η θέληση μας να συνδέουμε την ποίηση με την πολυώνυμη κρίση είναι η θέληση μας να μην παραδώσουμε την ποίηση σε έναν αντιποιητικό κόσμο. Με άλλα λόγια είναι η θέληση μας να αντισταθούμε στον ίδιον τον σκληρό πυρήνα της κρίσης, που μπορεί να μεταμφιέζεται (ακόμη και ως ποίηση, όταν η τελευταία δρα ως απώτατη αποενοχοποίηση) μα μπορεί και να επιβιώνει.
    Αλλά η ποίηση; Και μάλιστα η ποίηση στην οριακή εποχής μας, τι έχει να αντιπαραθέσει;
   «Στην κοινωνία μας υπάρχει αναμφίβολα, και φαντάζομαι και σ’ όλες τις άλλες με διαφορετική κατατομή όμως, μια βαθιά λογοφοβία, ένα είδος υπόκωφου τρόμου μπροστά σ’ αυτά τα γεγονότα, απέναντι σε τούτη τη μάζα όσων λέγονται, αντίκρυ στο ξεπήδημα όλων αυτών των συμπερασμάτων, μπροστά σε ό,τι βίαιο, ασυνεχές, φιλόμαχο, άτακτο μαζί κι επικίνδυνο, μπορεί να βρίσκεται εκεί, αντίκρυ σ’ αυτόν τον αδιάκοπο και ακατάστατο βόμβο του λόγου» (Φουκώ, Μ. 1970, σελ. 37). Ο Φουκώ στο προηγούμενο απόσπασμα μιλάει γενικά για την γραφή ως κοινωνική πράξη, καθώς αυτή υπήρξε πάντα ένα τρομακτικό πεδίο αντιφάσεων. Για την γραφή που, σε μια πορεία γεμάτη μώλωπες από τον λόγο στη γλώσσα, από το άφατο που δεν μπορεί να εκφραστεί μέχρι την κραυγή του ζώου που το διαπερνάει ως ιερότητα της ζωής, αντιπαρατίθεται διαρκώς απέναντι στο κανονιστικό και στο φαύλο, απέναντι στα «αυτονόητα» των ειδικών και στις μονομέρειες των ισχυρών. Πόσο μάλλον η γραφή που σχετίζεται με τον «άλλον», με την κρίση, με τον εαυτό, με αυτόν τον Απειλητικό Άγριο και τον διαρκώς Επανερχόμενο Μεσσία. Πρώτο καθήκον λοιπόν του λογοτέχνη είναι να προσεγγίζει και να γράφει γι αυτόν τον άλλον, τον άλλον που είμαστε εμείς. 
   Αλλά η γραφή εν μέσω κρίσης πως βιώνεται; «Το ωραίο που ανθίζει ακόμη κάτω από την φρίκη είναι κοροϊδία για τον ίδιο του τον εαυτό», έγραψε ο Αντόρνο στα Μικρά Ηθικά του. Πράγματι, καμιά μετάβαση στο υλικό πεδίο της κοινωνίας, δεν περνά δίχως να εγγραφεί στο ιδεολογικό και στο συμβολικό (βλ. Weber, M. 1968 Gramsci, A. 1970, Bauman, Z. 1992). Αυτό όχι μόνο επηρεάζει επιφανειακά την μορφή, αλλά όπως επισημαίνει ο Lucats (1971, στο Ανθογαλίδου, Θ. 2001, σελ. 71) στην κοινωνιολογία της λογοτεχνίας, αυτό συμβαίνει επειδή «η πραγματικά προξενούμενη επίδραση φαίνεται κοινωνικά». Ή αλλιώς «Όχι ποίηση μετά το Άουσβιτς» που φώναξε  κι ο Αντόρνο κι ο Πάουλ Τσέλαν με τον τρόπο τους, καταγγέλλοντας έναν κόσμο στον οποίον το ωραίο ντυνόταν την φρίκη ακριβώς.
   Όμως η επικοινωνιακή εκροή δεν προκύπτει σε κενό αλλά είναι απόρροια παραγόντων οι οποίοι συνυφαίνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας διαμόρφωσης της ταυτότητας. Και κάθε κρίση σκάβει βαθιά, χαράζει με υνί κατεργασμένο στους αιώνες, την ταυτότητα τόσο του άλλου όσο και του εαυτού. Δεύτερο καθήκον λοιπόν του και της λογοτέχνη θα έπρεπε να είναι η δημιουργική φθορά όλων σχεδόν (ποτέ απόλυτα όλων) των κανονιστικών θέσφατων, ποτέ ουδέτερων μα άμεσα εξαρτόμενων από τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συντεταγμένες ενός πολύπλοκου σκακιού στο οποίο ο θύτης και το θύμα μπορεί ν’ αλλάζουν όνομα μα η ιεραρχία παραμένει.
   Αλλά επειδή ερευνούμε μια διαδικασία όπως η λογοτεχνία στην οποία συνυπάρχουν τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά του ή της δημιουργού και η δημόσια απεύθυνση, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι μεταβατικές θεωρίες σε σχέση με τη γραφή παρουσιάζουν επιπλέον (ή εντονότερες) παραμέτρους. Αφού επηρεάζονται από την  επανανοηματοδότηση της σχέσης «δημόσιου/ιδιωτικού» που «συνέβη» υπό το φως των κοινωνικοπολιτισμικών, οικονομικών και τεχνολογικών δεδομένων της ύστερης νεοτερικότητας.
  Σχετικά με αυτήν την επανανοηματοδότηση ο Sennet (1999, σελ. 281, 331) συμπληρώνει ότι η είσοδος της προσωπικότητας στον δημόσιο χώρο του 19ου αιώνα προετοίμασε το έδαφος για την κοινωνία της μιντιακής οικειότητας πείθοντας τους ανθρώπους ότι οι αμοιβαίες σχέσεις στην κοινωνία σήμαιναν αποκάλυψη της προσωπικότητας. Ίσως έτσι εξηγείται, π.χ. (αν ασχολούμασταν με μια κοινωνιολογία της λογοτεχνίας) ότι από τα μυθιστορήματα των εκτεταμένων περιγραφών της αρχής της αναγέννησης φτάσαμε στα τέλη του 19ου και με επίταση στον 20ο αιώνα στα ψυχογραφήματα. Ίσως έτσι εξηγείται ακόμη γιατί ήρωες συλλογικών ψυχογραφημάτων γίνονται περσόνες των μίντια, πρόσωπα ορατά αλλά όχι δημόσια, αφού στο βάθος η δράση τους δεν είναι κοινωνική μα αυτοαναφορική.
   Η τέχνη του Λόγου, του εν αρχή ην, (κι ας το παραβλέπουν οι λογοτέχνες που θέλουν να γίνουν σταρ και οι εκδοτικοί οίκοι που θέλουν να δρουν ως σούπερ μάρκετ) πρέπει να λειτουργεί ως το αντίθετο εντελώς. Σύμφωνα με έναν κλασσικό κοινωνιολογικό ορισμό ο άνθρωπος είναι το πλάσμα εκείνο που έχει διττή σχέση με τα σύμβολα. Μπορεί να τα χειριστεί αλλά μπορεί και να τα δημιουργήσει (Bauman, Z. 1992). Ο «μύθος» της λογοτεχνίας, άλλωστε, συνίσταται σε πολλές παραμέτρους, αλλά η σημαντικότερη ίσως είναι ότι το συνειδητό (η κοινωνία) συγκρούεται με το υποσυνείδητο (τον εσωτερικό κόσμο του συγγραφέα), και τα λογοτεχνικά γεννήματα εμφανίζουν αυτήν την σύγκρουση, την παρατηρούν, δεν την ερμηνεύουν όμως ποτέ. Η προσέγγιση της «ερμηνείας» αποτελεί αντικείμενο διαφόρων θεωρητικών προσεγγίσεων (κοινωνιολογικών, ψυχολογικών, λογοτεχνικών) που αναδεικνύουν την λογοτεχνία ως έναν μεστό συνδυασμό κοινωνιολογικής καταγραφής και ψυχογραφήματος.
   Γιατί «ο καλλιτέχνης τείνει να εκφράσει το ασυνείδητο της δικής του ή της δικής της ψυχής σ' όλες τις δυνατές εκδοχές που του παρέχει η καλλιτεχνική έκφραση» (Baudry, J.L., 1990 σελ. 69). Αλλά μια διαδοχή λέξεων δε σημαίνει κάτι συγκεκριμένο. Δεν υπάρχει «μαγική χώρα νοημάτων» έξω από την ανθρώπινη συνείδηση. Γι’ αυτό και σε οποιαδήποτε ερμηνεία της γραφής πέρα από το αμιγώς κείμενο έχει ιδιαίτερη σημασία και το περικείμενο. Δηλαδή στοιχεία και πληροφορίες έξω από το κείμενο.
   Παρόλα αυτά η (δυναμικά) μεταβαλλόμενη νοηματοδότηση αλλά και ισορροπία μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, και ο επαναπροσδιορισμός των ηθικών αξιών που έφερε μαζί της, επέφερε και μια σύγκρουση μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού που απεικονίστηκε στους (ενσωματωμένους κυρίως) κύκλους της λογοτεχνικής παραγωγής και της κατανάλωσης.
  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Bauman (1999, σελ. 64) για την ύστερη νεοτερικότητα, στο «δημόσιο συμφέρον» τείνει να αλλάξει τόσο το «δημόσιο» όσο και το «συμφέρον», αφού το ‘δημόσιο’ μετατρέπεται σε αθροιστική προέκταση του ‘ιδιωτικού’ (των ισχυρών κυρίως προφανώς).
  Επεκτείνοντας την ερμηνευτική προσέγγιση του Sennet για την «πτώση του δημοσίου ανθρώπου», ο Δεμερτζής (2002, σελ. 267-268) εξηγεί ότι στο νέο αστυακό περιβάλλον του 19ου αιώνα, που οξύνθηκε πολύ περισσότερο στον 20ό, αυξάνει η ορατότητα και μειώνεται η κοινωνικότητα. […]
   Αν ο κόσμος του Μεσαίωνα ήταν -λιγότερο ή περισσότερο- συλλογικός η προσπάθεια συσσώρευσης «συμβολικού κεφαλαίου» που επέφερε η «κεντροποίηση» της προσωπικότητας στην κοινωνία και στην γραφή παρήγαγε (εντονότερους) «ήρωες». Φιγούρες που δεν ξέφευγαν φυσικά από τις απαιτήσεις των ηγεμονικών κωδίκων της κοινωνίας που τους παρήγαγε, παρά τις ιδιόμορφες εκδοχές των δημιουργών τους. Στον αστικό κόσμο π.χ. ήταν (πρώτα και κύρια μέσα στο πολύτροπο της γραφής)[1] αρσενικοί, και κατάλληλης εθνικής καταγωγής. Πέρασαν δεκαετίες π.χ. για να δούμε θετικούς κεντρικούς ήρωες και ηρωίδες που ξέφευγαν κάπως από το πρότυπο αυτό και πέρασαν αιώνες πριν η λογοτεχνία στον τόπο μας αποπειραθεί να «δημιουργήσει» κεντρικό ήρωα μετανάστη ή μετανάστρια.  
   Τρίτο καθήκον του και της λογοτέχνη λοιπόν θα ήταν να προσπεράσει τους ατομικούς και συλλογικούς ναρκισσισμούς των εαυτών και των ομάδων μας και να ξανααποκτήσει την διάσταση εκείνη του ανθρώπου που έκανε τον Ευριπίδη να θρηνήσει για τις Τρωαδίτισσες ξεπερνώντας το ομόαιμον και το ομόγλωσσον για να βρει το συμπαντικό. 
   Στον βαθμό που τα γραπτά ξεπερνούν με επάρκεια τα μονοπολιτισμικά χαρακτηριστικά των τόπων καταγωγής ή γένεσης των δημιουργών τους μάλλον προσιδιάζουν περισσότερο
με ό,τι έκανε την τέχνη πανανθρώπινη, δηλαδή μεγάλη. Στον βαθμό που δεν το καταφέρνουν επαρκώς μιλάμε προφανώς για απόπειρα να δομηθεί μια ορατότητα, η οποία όμως δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με αρνητικό πρόσημο αλλά ως ένα απαραίτητο (;) στάδιο προς την αληθινή, πανανθρώπινη κοινωνικότητα. 
    Πανανθρώπινη όσο κι οι κραυγές των παιδιών και των πονεμένων ή των ερωτευμένων. Πανανθρώπινη όσο και οι μύθοι….
   Ας ξαναθυμηθούμε τον μύθο της αρχής λοιπόν. Για τη γλώσσα που εξέπεσε, λέει, απ’ την ουράνια πολιτεία, σπονδή στην επί γης ιεραρχία, και απ' τα χέρια των υπεράνω ποιητών για να προσγειωθεί στα χέρια των άλλων, των «πολλών». Των «άλλων»;; Λες και δεν βλέπουμε τον ξένο και τον δικό μες στον καθρέφτη. Λες και δεν ψεύδεται βαθιά όποιος θαρρεί πως το είδος του, το όποιο είδος του, είναι αποκαθαρμένο. (Αντόρνο) ξεχνώντας πως δεν μπορούμε να ονομάζουμε το ένα πράγμα πιο μικρό και τα άλλο πιο μεγάλο, αφού το κάθετι που συμπληρώνει επάξια όμως τη θέση του στο γραναζάκι του σύμπαντος είναι ολότελα ίσο με οποιοδήποτε άλλο.
Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι,
   Τι μας κληροδοτεί η σχέση ποίησης και κρίσης λοιπόν; 
   Ο Έκο στο η Δύναμη των λέξεων, βάζοντας στο επίκεντρο με έναν βαθιά πολιτικό τρόπο την σχέση λόγου και κρίσης, το είπε καθαρά αναδεικνύοντας μία όχι μοναδική μα βασικότατη πλευρά της: Στην εποχή των μιντιακών τραστ τα αφεντικά της γλώσσας, λέει, έχουν εξορύσσει (και ιδού η ουράνια πολιτεία και πάλι!) τους πολίτες του λόγου. Γι αυτό και η υπεράσπιση του λόγου αποτελεί,  ηθικό και επιστημονικό καθήκον κάθε ανθρώπου. “Σωστά”. Ποιώ σημαίνει, για να παραφράσουμε τον Κάφκα, τον αιώνια διωκόμενο, να μετατρέπεις το ερέθισμα σε χαρακτήρα. Ή αλλιώς να παίρνεις την γλώσσα από τα αθώα χέρια των ποιητών και να την παραδίδεις γυμνή και κατασπαραγμένη στα ανόσια χέρια (όλων και καθενός) των πολιτών.
  Αν κάτι μας δείχνει μέσα στην τρέλα και στις αντιφάσεις της η ποίηση και η εποχή των συλλογικών μα και προσωπικών δραμάτων λοιπόν είναι το πρόταγμα του παλιό φεμινιστικού κινήματος: πως το Προσωπικό είναι Πολιτικό. Το πολύ προσωπικό γίνεται τέχνη.
                                         Σας ευχαριστώ!
    Ελένη Καρασαββίδου


[1] Να θυμίσουμε και την σχετική έρευνα του Kedurie, 1992,  για την τεράστια συμβολή της φιλολογίας (μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας φυσικά αφού το δυναμικά εξελισσόμενο χρησιμοποιεί την τεχνολογία της εποχής «του») στην γένεση και παγίωση του εθνικισμού, τουλάχιστον στην κεντρική Ευρώπη.

(*) Πρόκειται για εναρκτήρια ομιλία, που έγινε στο Συμπόσιο Ποίησης 2013 στην αίθουσα της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στις 18 Μαΐου 2013.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου