Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ALBENA LEKOVA-ATANASOVA ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ "ΠΟΡΤΕΣ ΚΛΕΙΣΤΕΣ" ( ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΩΝ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ) (*) 

(*) Η παρακάτω κριτική διαβάστηκε στα πλαίσια παρουσίασης του βιβλίου στο Πλέβεν Βουλγαρίας στις 11 Απρίλη 2013. 

 




      Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος είναι γνωστός μας από το προηγούμενο Διεθνές Λογοτεχνικό Συνέδριο «Αδελφοποιημένοι Κόσμοι» στο Πλέβεν το 2011.  Τότε ο νεαρός ποιητής μας εντυπωσίασε με τα ποιήματά του: «Πόρτες Κλειστές» και «Άδειες Καρέκλες». Σήμερα, μας παρουσιάζει το πρώτο του μεταφρασμένο βιβλίο στη βουλγαρική γλώσσα, που έχει μεταφραστεί από την Emilia Trifonowa. Το βιβλίο περιέχει 43 ποιήματα επιλεγμένα από τις πέντε, μέχρι σήμερα, ποιητικές του συλλογές. Η σελιδοποίηση, ο σχεδιασμός και η έκδοση έγιναν από τον εκδοτικό οίκο «Severno» και η εκτύπωση στο Kentavar.
       Το «Πόρτες Κλειστές» είναι ένα βιβλίο, που οι χαρακτήρες είναι τα απλά πράγματα σαν τα συρτάρια και τα δωμάτια, που όπως πάντα «ήταν περιττά», το κομοδίνο, που «κουβαλάει απάνω του ένα τασάκι» και στάχτη από τσιγάρο, που στην στάχτη ψάχνει το νόημα της ζωής. Χωρίς να υποτιμά μεγάλα θέματα, χωρίς λαϊκισμό, τα πράγματα στην ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου μιλάνε σαν κομμάτια του ανθρώπινου πολιτισμού και η φύση παρουσιάζετε μόνο έμμεσα. Τα πράγματα περιγράφουν την ανθρώπινη σκέψη, τη ζωή και το λυρικό έρωτα και δείχνουν ότι ο ποιητής είναι άτομο με καθαρές σκέψεις, οι οποίες προέρχονται από καθαρή ψυχή. Ένα άτομο, που έχει καταλάβει ότι οι λέξεις δεν φτάνουν να περιγράψουν όλη την αλήθεια και γι’ αυτό τα λίγα λόγια έχουν μεγάλη σημασία: «Σε ένα γράμμα ολόκληρη ζωή». Αλλά υπάρχει και η άλλη ζωή, αυτή η ζωή είναι κλειδωμένη πίσω από τις πόρτες των φυλακών με εικόνες, που γυρίζουν στην καρδιά ή που ήδη έχουν εξελιχθεί αργά και ανεπαίσθητα. Τότε αναρωτιέσαι: «Ποιος φταίει» και η απάντηση είναι ένα καθαρό υποσυνείδητο και καρδιά, που ελπίζει. Αυτοί φταίνε, διότι είναι αυτοί, που βλέπουν το γκροτέσκο στη ζωή ενώ τα σοβαρά πράγματα μένουν «ες αύριον».
       Η ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου είναι σε πρώτο πρόσωπο. Μια κουβέντα με τον εαυτό του, όπου πάντα ξεκινά και πάντα επιστρέφει θέλει δεν θέλει. Έναν εαυτό, που είναι τόσο κοντά στο ονειρεμένο ταξίδι, αλλά δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει, επειδή δεν έχει λεφτά για εισιτήριο. Αυτό ο εισιτήριο είναι η απελευθέρωση από το φόβο. Φόβος, επειδή βλέπεις στον καθρέφτη τον εαυτό σου αδιάφορος μπροστά στον κόσμο, που τελειώνει τη ζωή του στην άσφαλτο, στα δάση, που έγιναν στάχτη, στους πολέμους, στις συμφορές, στους σεισμούς ή πίσω από πόρτες, που δεν ανοίγουν αν δεν τις σπάσεις. Η σκέψη γιατί σε έχουν απορρίψει είναι βασανιστική όπως εκείνη η σκέψη για τη σφαίρα, με την οποία πυροβολείς το εαυτό σου κάθε βράδυ όταν βασανίζεσαι. Όταν υποφέρεις θέλεις τη σκόνη του χρόνου να διαγράψει τις μέρες, σαν κι αυτή, που: «τελειώνει πριν να προλάβει καν ν’ αρχίσει. Υπάρχει διέξοδο από τον εφιάλτη της ζωής όταν θέλεις να ξυπνήσεις και δεν μπορείς; Ναι, υπάρχει. Να μην κοιμάσαι. “Αυτή τη νύχτα / δεν μπορώ να κοιμηθώ», φωνάζει η ψυχή του ποιητή στο ποίημα: «Αϋπνία». Ναι, υπάρχει αν ανοίξεις το παράθυρο του υποσυνείδητού σου και δεις γύρω σου πως δεν υπάρχει ούτε ήλιος, ούτε πράσινα δέντρα, που μοσκοβολούν. Έχει μόνο σκόνη και τσιμέντο. Ναι, υπάρχει αν γράφεις κάθε μέρα ένα ποίημα, ο πόνος θα εξαφανιστεί.
       Η ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου δεν είναι μόνο πόνος και κραυγή. Είναι και ποίηση της ελπίδας, των ονείρων και το όνειρο είναι η μόνη δυνατή μορφή της ύπαρξης του ποιητή. Είναι ποίηση λεπτών αντιθέσεων αγάπης χωρίς θυμό και θλίψης χωρίς απελπισία. Μήπως, η μοίρα του λυρικού ήρωα αλλάζει στην αγάπη ή γράφει μια καινούργια ιστορία αγάπης; Τα ποιήματα αγάπης χαρακτηρίζονται από την ίδια παγκόσμια θλίψη και μοναξιά. Η αγαπημένη είναι οφθαλμαπάτη. Αντικατάστασή της είναι το γλυπτό, εικόνα οράματος, που καταλήγει μια χούφτα αλάτι.
     Ο ποιητής ψάχνει ακόμα το βλέμμα της γυναίκας από το άλλο μπαλκόνι για να τον απελευθερώσει. Φτιάχνει λατρευτικό το άγαλμά της, παρόλο, που υποσχέθηκε να μην την ξαναδεί, αλλά ο φόβος της μοναξιάς είναι πιο ισχυρός από την ελευθερία. Η αγαπημένη είναι βασανιστική, η σκισμένη της φωτογραφία τη φέρνει ξανά μπροστά του, το καθρέφτισμα σε μια χούφτα θαλασσινό νερό, το οποίο γίνεται αλάτι, στο χέρι του ποιητή. Η αγάπη του είναι μια φωτιά, που θα σβήσει πριν προλάβει να ανάψει. Είναι «μια λύρα, που δεν παίζει, / μια νότα, που δεν τραγουδιέται». Μια σιωπή, που μας μιλάει και μια μνήμη, που δεν ξεχνά. Έτσι, μέρα με τη μέρα επιστρέφει στις μνήμες μέχρι τα παιδικά του χρόνια με μια πρόσκληση για παιχνίδι: «Έλα να παίξουμε. / Αν κερδίσω, να πάρω ένα φιλί σου. / Αν χάσω, πάρε μου ό, τι θες. / Μην τ’ αρνηθείς. / Μην πεις πως είμαστε μεγάλοι για παιχνίδια. / Εσύ μ’ έβλεπες πάντα σαν παιδί. / Έλα να παίξουμε, λοιπόν, / μην τ’ αρνηθείς. / Μήπως και βρούμε τη χαμένη μας ζωή / σ’ ένα παιχνίδι.»
       Και όταν έρθει η ανατολή ο ποιητής είναι πάλι μόνος, επειδή η παγκόσμια θλίψη διώχνεται μόνο με την παγκόσμια αγάπη: «Αγαπώ τη ζωή για τις χαρές που μου δίνει, / αγαπώ τον έρωτα που μου γλυκαίνει τη ζωή, / αγαπώ τη φύση που με καλωσορίζει / με χίλιες δυο χαρούμενες φωνές. / Αγαπώ την αγάπη που μ’ έμαθε ν’ αγαπώ, / αγαπώ την ειρήνη που με κάνει να υπάρχω, / αγαπώ την ελπίδα που με μεθά, / αγαπώ τη θάλασσα που με δροσίζει, / τα κύματα που τα πόδια μου φιλούν. / Δε με φοβίζει εμένα ο Ποσειδώνας, / απ’ όλους τους θεούς τρέμω τον Άρη.» Ο ποιητής υποφέρει υπομονετικά και αγαπάει με υπομονή. Δεν έχει μάρτυρες, μόνο οι αληθινοί αναγνώστες είναι αυτοί, που μπορούν να διαβάσουν την ψυχή του, ψυχή ενός κοσμοπολίτη.

ALBENA LEKOVA-ATANASOVA

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: EMILIA TRIFONOVA



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου